Ιωάννης Παπάφης

Ιωάννης Παπάφης

Εισαγωγή

Ιωάννης ΠαπάφηςΟ Ιωάννης Παπάφης γεννήθηκε το έτος 1792 στην ενορία του Αγίου Αθανασίου. Ο πατέρας του Νικόλαος ήταν έμπορος στη Σμύρνη και είχε νυμφευθεί κόρη της γνωστής φιλοπόλιδος οικογενείας Θεσσαλονίκης Δ’ Αναστάση. Η γέννηση του Ιωάννη υπήρξε ιδιαίτερη ευλογία για τη Θεσσαλονίκη, γιατί σε λίγες δεκαετίες αναδείχθηκε αθόρυβος, αλλά ουσιαστικός στηρικτής του φιλανθρωπικού και εκπαιδευτικού έργου της γενέτειράς του.

Μετά την αποπεράτωση των εγκυκλίων σπουδών στη Θεσσαλονίκη εγκαταστάθηκε σε ηλικία δεκαέξι ετών στη Σμύρνη και έμεινε μέχρι το 1810. Την εκεί παραμονή διέκοψε βίαια ο Θάνατος του πατέρα του.

Στη δύσκολη αυτή καμπή καταφύγιο, στήριγμα και καθοδηγός του δεκαοκτάχρονου ακόμη Ιωάννη υπήρξε ο αδελφός της μητέρας του Ιωάννης Δ’ Αναστάση, εμπορευόμενος και ταυτοχρόνως Πρόξενος της Σουηδίας στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Ο θείος εκτίμησε δεόντως την ευστροφία, δραστηριότητα και υπευθυνότητα του νεαρού ανεψιού και του εμπιστεύθηκε την ευθύνη καινούριας επιχειρήσεως που επί τούτου δημιούργησε στη Μάλτα ονομαστή τότε για το εμπόριο και τη ναυτιλία της. Αυτή η απόφαση σηματοδότησε όλη τη μετέπειτα ζωή του Ι. Ν. Παπάφη. Η Μάλτα έγινε η δεύτερη, η θετή του πατρίδα. Εκεί έζησε την υπόλοιπη μακρόβια ζωή του που έκλεισε στις 16 Φεβρουαρίου 1886, όταν ήταν ήδη 94 ετών.

Η προσέγγιση της ζωής του Ι.Ν.Παπάφη στη Μάλτα μέσα από τη σωζόμενη επιστολογραφία μας επιτρέπει να διακρίνουμε δύο ουσιαστικά διάφορες περιόδους με διαχωριστικό όριο το έτος 1836. Κύριο χαρακτηριστικό της πρώτης είναι η έντονη κινητική δραστηριότητα, της δεύτερης η ήρεμη αντιμετώπιση της νέας γι’ αυτόν πραγματικότητας με την απομόνωση του στα τελευταία 35 περίπου χρόνια στο εσωτερικό του νησιού.

Πρέπει όμως να παρατηρήσουμε ότι οι αντιξοότητες τις οποίες αντιμετώπισε ο έφηβος και ορφανός Παπάφης διατυπώθηκαν, κατοπτρικά θα λέγαμε, στα κληροδοτήματά του, όπως στο κληροδότημα υπέρ των νέων της Μάλτας και υπέρ των ορφανών της Θεσσαλονίκης. Οι βαθιές επιδράσεις από την ορφάνια και από τις δυσκολίες των πρώτων χρόνων αποτυπώθηκαν ανεξίτηλα στη νεανική ψυχή του Παπάφη. Αυτές δεν μπόρεσε να τις εξαλείψει ούτε η παρέλευση των δεκαετιών, ούτε και ευνοϊκά μεγέθη όπως ο πλούτος και η κοινωνική αναγνώριση και αποδοχή.

Μαρτυρείται ότι υπήρξε ο άριστος χειραγωγός των νέων και ο χορηγός των στερουμένων. Την πρώτη μεγάλη δωρεά, δείγμα πλούτου αγάπης που είχε από τις περιστάσεις στερηθεί, την αποφάσισε σε ηλικία μόλις 35 ετών δίνοντας χρήματα “δια να τα μεταχειρισθεί” ο Καποδίστριας ΄΄εις έργα Θεάρεστα΄΄.

Το 1822 έκανε την πρώτη μεγάλη στροφή στην επαγγελματική του σταδιοδρομία. Σε ηλικία τριάντα ετών επέλεξε, επιδίωξε και έτυχε να διοριστεί ως δημόσιος μεσίτης.

Στις 5 Ιουλίου του 1822 ο αντιστράτηγος της Μάλτας Πάουερ, εξ ονόματος του βασιλέως της Αγγλίας Γεωργίου, τον εξουσιοδότησε να ενεργεί ως δημόσιος μεσίτης στη Μάλτα και στις εξαρτήσεις της. Το 1836 όμως ασθένησε σοβαρά. Η ασθένειά, του τον ανάγκασε να απόσχει από τις εργασίες του επί μακρόν, στάθηκε η αιτία να μην επιστρέψει στο επάγγελμα του δημοσίου μεσίτη.

Στα δεκατέσσερα χρόνια που άσκησε το επάγγελμα του δημοσίου μεσίτη αποκόμισε τόσο μεγάλα κέρδη, ώστε να του επαρκούν όχι μόνο για μια άνετη ζωή, αλλά να κάνει και δωρεές κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητες, να βοηθά συγγενείς και ξένους και να αφήσει στο τέλος τα μεγάλα κληροδοτήματα.

Η ασθένεια του 1836 στάθηκε αποφασιστικός παράγοντας στην αλλαγή του τρόπου ζωής του. Το διάστημα αυτό ασχολήθηκε με τη συγγραφή μελετών και άρθρων οικονομικού περιεχομένου και την παρακολούθηση των χρηματιστηριακών διακυμάνσεων. Ασθενής, απομονωμένος στην οικία του στο Ραμπάτο αντάλλαξε την κινητική δραστηριότητα του παρελθόντος με την πιο συστηματική μελέτη των οικονομικών συγκυριών. Όταν ανάρρωσε προτίμησε να επενδύει την ευστροφία την πείρα, τις νέες γνώσεις και τα χρήματά του σε μετοχές ατμοπλοϊκής εταιρείας και σε διάφορα χρεόγραφα. Συνδέθηκε στενά με τις χρηματιστηριακές τραπεζικές εταιρείες Baring Brothers & Co στο Λονδίνο Hottιnguer & Co στο Παρίσι, οι οποίες με τις υποδείξεις του προέβησαν στην αγορά ή πώληση χρεογράφων του. Η νέα συστηματική ενασχόλησή του με τη μελέτη των παραγόντων επηρεασμού της εξελίξεως των οικονομικών μεγεθών απέφερε τόσα κέρδη, ώστε στο δεύτερο μετά την ασθένεια του 1836 κομμάτι της ζωής του να έχει αποκτήσει μεγαλύτερη οικονομική άνεση.

Δωρητής προς τους θεσμούς

Προτομή Ιωάννη Παπάφη στη ΜάλταΗ οικονομική άνεση που απέκτησε έδωσε την αφορμή να εκδηλωθεί ο εσωτερικός πλούτος ενός Παπάφη δωρητού προς θεσμούς και πρόσωπα. Η δωρεά προς το νεαρό Ελληνικό Κράτος, έγινε το 1827 υπό τις ακόλουθες συνθήκες. Ο Ιω. Καποδίστριας στις 28 Δεκεμβρίου 1827 κατέπλευσε στη Μάλτα, για να συναντήσει τον ναύαρχο Κόδριγκτον και να έχει εξηγήσεις για την πολιτική που θα ακολουθούσε, Εκεί του κατέθεσε ο μόλις τριανταπεντάχρονος Ι.Ν.Παπάφης την εκ τεσσάρων χιλιάδων ισπανικών διστήλων δωρεάς, για την οποία επισημαίνουμε ότι ήταν η πρώτη δωρεά προς το νεώτερο Ελληνικό Κράτος. Ο Καποδίστριας έκρινε ότι η πιο επωφελής για την πατρίδα αξιοποίηση της δωρεάς Παπάφη θα πραγματοποιούνταν με τη συμβολή στην οικονομική ανασυγκρότηση που τότε αποτελούσε πρόβλημα θεμελιώδους προτεραιότητας. Με τη σκέψη αυτή την κατέθεσε ως κεφάλαιο για τη σύσταση της ΕΘνικής Χρηματιστικής Τραπέζης. Ο Κυβερνήτης την επιλογή και ενέργειά του την γνωστοποίησε προς τον Παπάφη. Στην επιστολή του τον χαρακτήρισε ως ένα “από τούς πρώτους θεμελιωτές αυτού του Καταστήματος”.

Τις τέσσερεις χιλιάδες δίστηλα δώρισε, “δια να τα μεταχειρισθεί” ο Κυβερνήτης “εις έργα θεάρεστα προς βοήθειαν των δυστυχούντων΄΄. Αυτή η δωρεά δεν πρέπει να αξιολογηθεί μόνο κατά το μέτρο που φανερώνει την αγάπη και τον πατριωτισμό του Παπάφη. Έχει μεγάλη σπουδαιότητα, γιατί τόνωσε τον Καποδίστρια μετά από τις δυσκολίες που είχαν πηγή αφενός τη στάση της Αγγλίας και αφετέρου την επίγνωση ότι “…η κατάστασις της Ελλάδος υπήρχεν αθλιεστάτη εις τον ανώτατον βαθμόν…΄΄. Η χειρονομία αυτή του Παπάφη δικαιολόγησε αυτό που ο ίδιος ο Καποδίστριας λίγο νωρίτερα είχε γράψει ότι ΄΄εις τον πολυπαθή και θαυμάσιον τόπον” εκείνο που μόνον έμεινε ήταν “ο αρχαιότροπος των οικητόρων αυτού χαρακτήρ”.

Ο Παπάφης είχε βοηθήσει τουλάχιστον μία φορά το Παν/μιο Αθηνών. Η ειδική για την ίδρυση του Παν/μίου επιτροπή του απένειμε μετάλλιο δια του υπευθύνου του Προξενείου Μάλτας με το αιτιολογικό ότι σε ανύποπτο χρόνο πρόσφερε εκατό δραχμές για την ίδρυση του Παν/μίου Αθηνών.

Δωρητής υπήρξε ο Παπάφης και για τα Σχολεία της Θεσσαλονίκης. Στις αρχές Ιουλίου του 1876 η Εφορεία των Σχολείων παρακάλεσε τον Παπάφη να συμβάλει στη λειτουργία των Σχολείων της γενέτειράς του. Η ανταπόκρισή του υπήρξε θετική και άμεση. Απέστειλε δια των αντιπροσώπων του στο Λονδίνο αδελφών Βάριγκερ & Σία 50 λίρες Αγγλίας. Για την δωρεά τον είχε ευχαριστήσει o τότε Θεσσαλονίκης και μετέπειτα Πατριάρχης Κων/πόλεως Ιωακείμ ο Γ’ με την ιδιότητα του ως εκπροσώπου της Ορθοδόξου Ελληνικής Κοινότητας και ως προέδρου της Εφορείας των Σχολείων. Ο Μητροπολίτης από την πράξη του επί δεκαετίες ξενιτεμένου Παπάφη διαπίστωνε ΄΄ότι το αίσθημα της φιλοπατρίας, το αίσθημα της φιλομουσίας, το αίσθημα προς την αμώμητον των πατέρων θρησκείαν, ζέον διατελεί εν τη πατριωτική “του Παπάφη “καρδία”.

Αυτές ήταν οι πρώτες και ουσιαστικές επικοινωνίες της Ορθοδόξου Ελληνικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης με τον Ι.Ν.Παπάφη.

Τον επόμενο χρόνο έστειλε νέα δωρεά πενήντα λιρών Αγγλίας και λίγους μήνες αργότερα επανήλθε με μια δωρεά εκατό λιρών Αγγλίας.

Ο διάδοχος του Ιωακείμ στη Μητρόπολη Θεσ/νίκης Καλλίνικος ακολουθώντας τα βήματα του προκατόχου προσπάθησε να διατηρήσει την επαφή με τον Ι.Ν.Παπάφη.

Οι επιστολές αυτές προλείαναν το έδαφος, για να εκδηλωθεί η αγάπη του Ι.Ν.Παπάφη προς τη Θεσσαλονίκη. Από τον Ιούνιο του 1879, και ενώ ήδη είχε συντάξει την πρώτη του διαθήκη, άρχισε να ζητά με επανειλημμένες επιστολές πληροφορίες για τα ΄΄ευεργετικά καταστήματα” της Θεσσαλονίκης. Επειδή όμως επιθυμούσε να παραμείνει άγνωστος, έπαιρνε τις πληροφορίες μέσω των τραπεζιτών του στο Παρίσι Χότινγκερ & Σία. Οι Έφοροι δια μέσου των ιδίων τραπεζιτών είχαν ευχαριστήσει για την πρόθεση “αγνώστου” δωρητού να προσφέρει κάποια χρεόγραφα δημοσίου γαλλικού χρέους. Σύντομα ειδοποιήθηκαν ότι η δωρεά πραγματοποιήθηκε. Το ύψος της ήταν εκατό χιλιάδες φράγκα σε χρεόγραφα του γαλλικού δημοσίου. Το ετήσιο εισόδημα ήταν τρεις χιλιάδες φράγκα από 50% για τα Σχολεία και το Νοσοκομείο. Τότε προσπάθησαν μάθουν το δωρητή. Μάταια όμως. Αγνοώντας λοιπόν το όνομα απηύθυναν και πάλι δια των Χότινγκερ ευχαριστήρια επιστολή. “Προς Τον ανώνυμον ευεργέτην των εκπαιδευτικών και φιλανθρωπικών καταστημάτων της Ελληνικής Κοινότητος Θεσσαλονίκης, .. “.

Ανωνύμως επίσης απέστειλε 15.000 χρυσά γαλλικά φράγκα προς το Ορφανοτροφείο Ελένης Tζάνη στον Πειραιά. Με τον ίδιο αθόρυβο τρόπο και ανωνύμως δια των αντιπροσώπων του στο Λονδίνο δώρισε στο Ορφανοτροφείο Χατζηκώνστα χίλιες λίρες Αγγλίας. Ο ανώνυμος δωρητής αποκαλύφθηκε μετά το θάνατό του, όταν δημοσιεύθηκαν οι διαθήκες.

Όταν ο Ιωακείμ ο Γ’ ίδρυσε στη νήσο Πρώτη Γηροκομείο ΄΄υπέρ των γεγηρακότων και απομάχων κληρικών” του Πατριαρχείου, θυμήθηκε τον Παπάφη, γνώριμό του από την αλληλογραφία που είχε μαζί του ως Θεσσαλονίκης και του ζήτησε οικονομική βοήθεια. Ο Παπάφης ανταποκρίθηκε αμέσως στο αίτημα του Πατριάρχου και απέστειλε 1.000 φράγκα.

Δωρητής προς Πρόσωπα

Προτομή Ιωάννη Παπάφη στο Λευκό Πύργο

Προτομή Ιωάννη Παπάφη στο Λευκό Πύργο

Μεγάλος πρέπει να είναι ο αριθμός των προσώπων που ευεργετήθηκαν από τον Παπάφη. Λόγω όμως της μυστικότητας με την οποία ενεργούσε σε έργα φιλανθρωπίας, είναι δύσκολο να γνωρίζουμε επακριβώς την προσφορά του στον τομέα αυτόν.

Από τη Σμύρνη ο ανεψιός Αστέριος Θεολογίδης εξέφραζε την αιώνια ευγνωμοσύνη του, γιατί τα πεντακόσια φράγκα που του είχε στείλει ο θείος του τον βοήθησαν “εις μεγίστην ανάγκην” του. Ο Δημ. Εμμανουήλ, γαμπρός της αδελφής του, ήταν άρρωστος και δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις δαπάνες της ασθενείας και της οικογενείας του. Σε μία από τις ευχαριστήριες επιστολές ο Δ. Εμμανουήλ θεωρεί τον εαυτό του ευτυχή για την εύνοια, την προστασία και τις ακατάπαυστες ενέργειες που απολάμβανε ο ίδιος και οι ανήλικες θυγατέρες του από τον Ι.Ν.Παπάφη. Η μέριμνα του συνεχίστηκε μετά το Θάνατο του Εμμανουήλ και προς την απροστάτευτη οικογένειά του. Ο Περικλής Θεολογίδης, ανεψιός του, είχε συλληφθεί από τους Ρώσους λανθασμένα ως κατάσκοπος της Τουρκίας και είχε κρατηθεί επί έξι μήνες στις φυλακές της Σιβηρίας. Όταν αποφυλακίσθηκε απευθύνθηκε με επιστολή στο Θείο. Για δωρεά χιλίων φράγκων τον ευχαριστεί και η ανεψιά του Δόμνα Βλάλη, αδελφή του Αντωνίου Κανέλλη. Από επιστολή τον γαμπρού του Εμμανουήλ προς τον Ι.Ν. Παπάφη αποκαλύπτεται ότι είχε αναλάβει τη συντήρηση “δυστυχούσης ανεψιάς” του, της Μαριγώς, στην οποία τακτικώς έστελνε “μηνιαίον”. Τέλος έστελνε τακτικό “μισθό” μέσω της Ιονικής Τραπέζης και σ’ άλλη ανεψιά του, τη Μαρία Αχελωίδου.

Δεν είναι μικρός και ο αριθμός φίλων, απλώς γνωρίμων ή και τελείως αγνώστων που παρουσιάζονται στις σωζόμενες επιστολές ως ευεργετηθέντες ηθικά, πνευματικά και οικονομικά.

Κληροδοτήματα

Προτομή Ιωάννη Παπάφη

Προτομή Ιωάννη Παπάφη

Κληροδοτήματα προς πρόσωπα

Τα κληροδοτήματά του ο Ι.Ν.Παπάφης τα ρύθμισε με δύο διαθήκες και μία επιστολή. Όλα τα κείμενα σώζονται ως ιδιόγραφα. Την πρώτη διαθήκη την έγραψε στις 18 Απριλίου 1879, τη δεύτερη στις 28 Νοεμβρίου 1883.

Ουσιαστικό ήταν το κληροδότημα προς τους κατοίκους των νήσων Μάλτας και GOΖO. Το κληροδότημα το προικοδοτούσε με ό,τι κατά νομή είχε η σύζυγός του. Με το κληροδότημα αυτό διέταζε να βοηθούνται, όσοι πτωχοί νέοι ήθελαν να ξενιτευτούν προς ανεύρεση εργασίας. Θα έπαιρναν το κόστος μετακινήσεων και τα της συντηρήσεώς τους για ένα εύλογο χρόνο.

Κληροδοτήματα προς θεσμούς

Για τις διοικητικές της ανάγκες κληροδότησε στην Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία Μελίτης 25 χρυσές λίρες, στη Βιβλιοθήκη Μελίτης τη σαρανταπεντάτομη εγκυκλοπαίδειά του, στο χρηματιστήριο Μελίτης το αγγλικό λεξικό Johnson και το λεξικό του εμπορίου Maιlloch με την εντολή να είναι σε κοινή χρήση. Άφηνε και 10.000 λίρες στερλίνες στο Ορφανοτροφείο που είχαν ιδρύσει στην Αθήνα ο Γεώργιος και Αικατερίνη Χατζηκώστα. Στη δεύτερη διαθήκη του μνημονεύει τις 1.000 λίρες στερλίνες, τις οποίες είχε στείλει ανωνύμως δια των χρηματιστών του στο Λονδίνο. Μας δίνει την πληροφορία ότι αυτό που ανέθετε στους εκτελεστές της διαθήκης του το είχε πραγματοποιήσει ο ίδιος, δηλαδή να εγγράψει υπέρ του Ορφανοτροφείου Χατζηκώνστα δημόσιο χρέος της Γαλλίας με ετήσιο εισόδημα 7.900 φρά-γκων.

Για το Πολυτεχνείο στην πρώτη του διαθήκη προέβλεπε κληροδότημα 8.000 λιρών.

Για τα ιδρύματα όμως της Θεσσαλονίκης έδειξε τελείως διάφορη διάθεση. Μία διάθεση η οποία, όπως ήδη παρατηρήσαμε, οφειλόταν στη χαρακτηριζόμενη από αλληλοεκτίμηση και αγάπη αλληλογραφία που αναπτύχθηκε μεταξύ Ορθοδόξου Ελληνικής Κοινότητας Θεσ/νίκης και Ι.Ν.Παπάφη από την εποχή του Θεσσαλονίκης Ιωακείμ. Θεωρούμε ότι η δραστηριότητα αυτή του Ιωακείμ ήταν μέρος των ποιμαντορικών καθηκόντων και μάλιστα των διδακτικών, αφού με του τρόπο αυτό υποδεικνύει σε μέλος της Εκκλησίας το πρακτέο και τη μορφή ασκήσεώς της προς το συνάνθρωπο αγάπης.

Στα Σχολεία και στο Νοσοκομείο της Ορθοδόξου Ελληνικής Κοινότητας Θεσ/νίκης κληροδοτούσε με την πρώτη διαθήκη ετήσιο εισόδημα 12.000 φράγκων και έδινε εντολή στους εκτελεστές της διαθήκης να εγγράψουν δια των Hottιnger & Co το εισόδημα αυτό σε γαλλικά χρεόγραφα. Και αυτό όμως το κληροδότημα το τακτοποίησε ενώ ακόμη ζούσε, γιατί το Δεκέμβριο του 1879 και τον Απρίλιο του 1880 επέτυχε να εγγράψει στο δημόσιο χρέος της Γαλλίας υπέρ των ευαγών καταστημάτων της Θεσσαλονίκης ετήσιο εισόδημα 12.000 φράγκων. Επιπλέον στη δεύτερη διαθήκη εκφράζει τη στοργή του προς τη Θεσσαλονίκη με την επιθυμία ιδρύσεως ασύλου, το οποίο θα ονομαζόταν “Γηροκομείο Μελίτη”. Σ’ αυτό θα κατέφευγαν προς συντήρηση τελείως γέροντες και των δυο φύλων, πτωχοί ή ανίκανοι για εργασία ανήκοντες στην Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία. Για την ίδρυση του Γηροκομείου του προσδιόριζε τα τοκομερίδια εισοδήματος 4.000 φράγκων που είχε εγγράψει σε χρεώγραφα γαλλικού δημοσίου εκτός των προαναφερθέντων 12.000 φράγκων. Επί πλέον έδινε εντολή στους εκτελεστές της διαθήκης του, ό,τι θα έμενε από τις πληρωμές και υποχρεώσεις κατά την εκκαθάριση της περιουσίας του να το χρησιμοποιούσαν για πρόσθετη εγγραφή σε γαλλικά χρεώγραφα, των οποίων το εισόδημα θα προοριζόταν και πάλι υπέρ των ιδρυμάτων της Θεσσαλονίκης. Υποδείκνυε μάλιστα οι σχετικοί τίτλοι να εξασφαλίζονταν ή στην Ελληνική Τράπεζα των Αθηνών ή στο θησαυροφυλάκιο της Ελληνικής Κυβερνήσεως ή σε οποιονδήποτε άλλον τόπον που θα πρότειναν οι Hottίnguer & Co, γιατί επιθυμία του ήταν αυτοί οι τίτλοι να παρέμεναν αναπαλλοτρίωτοι και μόνον το εισόδημά τους να χρησιμοποιούνταν για τη λειτουργία των ιδρυμάτων. Εφιστούμε την προσοχή στην έντονη επιθυμία του διαθέτου να μην αλλοτριωθεί η βούλησή του.

Πού όμως οφείλεται η μεταβολή της βουλήσεως του Ι.Ν.Παπάφη και η απόφασή του να ιδρύσει τελικά ορφανοτροφείο αντί γηροκομείου; Είδαμε ότι ο Θεσσαλονίκης Ιωακείμ τον παρότρυνε να ανιδρύσει το Γυμνάσιο ή τα Δημοτικά Σχολεία, όπως ο Θεαγένης το Νοσοκομείο και ο Δημ. Ιωννίδης το Παρθεναγωγείο. Του τόνιζε τη μεγάλη εθνική προσφορά των εκπαιδευτηρίων στο χώρο της Μακεδονίας και της Θράκης. Οι έφοροι του μιλούσαν για τις οικονομικές δυσχέρειες εξαιτίας των οποίων κινδύνευε η λειτουργία των Εκπαιδευτηρίων και κατ’ επέκταση η ολεθρίως επαπειλουμένη προγονική γλώσσα. Περί των “αριπρεπών καί φωτιστικών” κέντρων όλης της πολυπαθούς Μακεδονίας του έγραφε και ο Θεσσαλονίκης Καλλίνικος. Όλοι δηλαδή του υποδείκνυαν τα Σχολεία ως τον αξιολογότατο χώρο πού έπρεπε να αρδεύει το πλήρωμα της αγάπης του. Και όντως έλαβε σοβαρά υπόψη του τις υποδείξεις και προτροπές. Πρώτα – πρώτα τώρα επικέντρωσε το ενδιαφέρον του στη Θεσσαλονίκη. Βοήθησε με δωρεές και κληροδοτήματα τόσο τα Σχολεία, όσο και το Νοσοκομείο της. Στην απόφαση όμως ως προς το βασικό του κληροδότημα πιστεύουμε ότι επέδρασε και κάτι προσωπικό.

Υποστηρίξαμε πως οι δυσκολίες της νεότητάς του τον επηρέασαν για το κληροδότημα υπέρ των νέων των νήσων Μάλτας, GOΖO. Τώρα μια άλλη τραυματική εμπειρία, η στέρηση του πατέρα του κατά την εφηβεία, περίοδο που ξεκινούσε τη ζωή του όπως είπαμε, πρέπει να αποτέλεσε το γενεσιουργό αίτιο της ιδρύσεως Ορφανοτροφείου. Ο Ι. Κυριακίδης, κάτοικος Αθηνών, συνέλεξε κατ’ επιθυμία του θείου του, στοιχεία για τη λειτουργία, το σκοπό και τη διοίκηση τριών Ορφανοτροφείων. Εξεθείαζε τη συγκρότηση και την προς τα ορφανά πατρός και μητρός προσφορά του Ορφανοτροφείου Χατζηκώστα. Χαρακτήριζε τη λειτουργία του στερουμένου πόρων Ορφανοτροφείου Πειραιώς Ελένης Tζάνη ως όχι καλή. Θεωρούσε πως το Ορφανοτροφείο Θηλέων, το οποίο είχε ιδρύσει η βασίλισσα της Ελλάδας εδιοικείτο και διετηρείτο καλώς. Ενημερωμένος πλέον ζήτησε από τους εφόρους των Σχολείων να του γνωρίσουν, αν χρειάζεται στη Θεσσαλονίκη ίδρυμα, όπου να κατοικούν, να τρέφονται και ενδύονται άρρενα ορφανά, τα οποία όμως να διδάσκονται γράμματα σε εξωτερικά σχολεία. Τους ρωτούσε αν οι ίδιοι μπορούσαν να επιφορτισθούν με τη διεύθυνσή του και τι προϋπολόγιζαν ως ετήσια δαπάνη για τη λειτουργία του με δυναμικότητα αρχικά πενήντα ατόμων. Δείγμα της ευγενείας του αποτελεί η δήλωση ότι ήταν υποχρεωμένος για κάθε άποψη που θα του προσέφεραν. Οι αποδέκτες έφοροι αμέσως εξέφρασαν την ευγνωμοσύνη τους για την ιερή και άξια παντός επαίνου πρόθεσή του, αλλά επειδή το ζήτημα ήταν σοβαρό υποσχέθηκαν να του απαντήσουν μετά από κοινή συνεδρίαση με τους εφόρους του Νοσοκομείου. Μετά τη σύσκεψη θεώρησαν επιβεβλημένο και ιερό καθήκον υπέρ της παιδείας και γενικά της τύχης του Ελληνισμού στη Μακεδονία να τονίσουν ότι μεταξύ των πολλών αναγκών η πρώτιστη ήταν η υπέρ των Σχολείων γενναία χρηματική αρωγή. Χωρίς αυτή προέβλεπαν κινδύνους με αμεσότερο την κατάπτωση και την εις θάνατον καταδίκη των περιώνυμων σχολείων, τα οποία τα χαρακτήριζαν κοινά Εκπαιδευτήρια όλης της Μακεδονίας. Η χρονική στιγμή ήταν κρίσιμη και το προϋπολογιστικό έλλειμμα υπερέβαινε τις δύο χιλιάδες λίρες. Προσπάθησαν δηλαδή και οι έφοροι ξανά με κάθε τρόπο να κατευθύνουν το κληροδότημα στην ίδρυση Σχολείων. Εν τούτοις τα πειστικά επιχειρήματά τους δεν του άλλαξαν τελικά το σκοπό. Γι’ αυτό λέμε ότι στη βοήθεια που θα παρείχε το ίδρυμά του στους ορφανούς νέους, έβλεπε τον εαυτό του στο δράμα της εφηβείας του.

Μετά τις υποδείξεις οι έφοροι διατύπωναν τον προβληματισμό τους επί της απόψεως Παπάφη να φοιτούν οι τρόφιμοι εκτός του Ορφανοτροφείου. Αν εννοούσε ότι σκοπός της φοιτήσεως στα σχολεία της Κοινότητας θα ήταν να γίνονται δάσκαλοι, υπέβαλαν δύο ενστάσεις. Στην περίπτωση αυτή κατ’ αρχήν έπρεπε να μένουν στο ίδρυμα επί δέκα ολόκληρα χρόνια, μέχρι το εικοστό έτος της ηλικίας τους, πράγμα δύσκολο και με δυσάρεστες επιπτώσεις στον ψυχικό κόσμο των ιδίων των τροφίμων. Διερωτώντο ακόμη κατά πόσο θα ήταν αγαθό σύμπτωμα όλοι οι διδάσκαλοι του έθνους να στρατολογούνται συστηματικά από μία κατηγορία νέων, αυτών του Ορφανοτροφείου. Πρότειναν ο κύριος σκοπός του ιδρύματος να είναι η εκμάθηση τέχνης σε συνδυασμό με την εκμάθηση υποβοηθητικών γραμμάτων.

Ενέχει άραγε η θέση αυτή της Κοινότητας πρόθεση υποτιμήσεως και κοινωνικού παραγκωνισμού των ορφανών νέων; Οι έφοροι επιθυμούσαν τo ίδρυμα να οπλίζει τους νέους του με τέτοια επαγγελματικά και ηθικά εφόδια, ώστε να μπορούν με επιτυχία να αντιμετωπίζουν τη ζωή. Η επιλογή της τέχνης θα γινόταν, όπως στο Εθνικό Ορφανοτροφείο της Κων/πόλεως και στου Χατζηκώστα, με βάση τις ιδιαίτερες κλίσεις, ροπές και τάσεις. Και δεν είχαν άδικο. Είναι γνωστό στη Θεσσαλονίκη το πόσους επιτυχημένους και ως τεχνίτες, αλλά και ως συγκροτημένους οικογενειάρχες ανέθρεψε το Παπάφειο μέχρι τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας που εφαρμοζόταν το σύστημα αυτό. Δεν έλειψαν φυσικά και εκείνοι οι οποίοι λόγω ιδιαιτέρας εφέσεως προωθήθηκαν στα γράμματα. Για να κατανοήσουμε τις απόψεις των κοινοτικών θα πρέπει να τις δούμε στην εποχή που εκφράσθηκαν. H Ελληνική Ορθόδοξη Κοινότητα Θεσ/νίκης είχε την ευθύνη της ηθικής και εθνικής διαπαιδαγωγήσεως όλων των Ελλήνων της Μακεδονίας. Και πρέπει να θυμηθούμε τις αντιθέσεις των χριστιανικών πληθυσμών που άρχισαν από τα μέσα ήδη του 19ου αιώνα με την παρουσία ( 1854) στη Μακεδονία του Ρώσου σλαβολόγου Βίκτορα Grigorovιc και τη δράση των διδάσκαλων αδελφών Δ. και Κ. Μιλαδίνωφ που επηρεάσθηκαν απ’ αυτόν. Η ταυτόχρονη εμφάνιση της ιδέας του πανσλαβισμού ήθελε την ηττημένη στον Κριμαϊκό Ρωσία επικεφαλής μιας ομοσπονδίας. Ένας νέος τρόπος επεμβάσεως στα πράγματα της Ευρώπης. Την ιδέα αυτή την προωθούσε ποικιλοτρόπως. Ίδρυσε σχολεία, εκπόνησε κατά τη βούλησή της εθνολογικούς χάρτες με κυρίαρχο πληθυσμιακό στοιχείο το Βουλγαρικό και, το σπουδαιότερο, επιδίωξε να επιβάλει τον πανσλαβισμό με αποστολή πολιτικών πρακτόρων στη Μακεδονία. Ακολούθησε και η εποχή του συνεδρίου του Βερολίνου (Ιούνιος 1878), το οποίο παραχώρησε μεν στην Ελλάδα τη Θεσσαλία και την Ήπειρο, ίδρυσε όμως βουλγαρική ηγεμονία και χορήγησε αυτονομία στην Ανατολική Ρωμυλία. Οι ρυθμίσεις αυτές είχαν προκαλέσει σκληρούς ανταγωνισμούς. Ξεσηκώθηκαν οι Βούλγαροι στις β.α. περιοχές της Μακεδονίας, δραστηριοποιήθηκαν οι Σέρβοι, ξύπνησαν εθνικά οι Αλβανοί, επιζητούσαν τον προσηλυτισμό των βλαχοφώνων της Μακεδονίας οι Ρουμάνοι, οι οποίοι μάλιστα ίδρυσαν Μακεδορουμανικό σύλλογο ( 1879) καθώς και ρουμανικό προξενείο στη Θεσσαλονίκη.

Αλλά πρόβλημα είχε δημιουργήσει και η συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, η οποία είχε προσαρτήσει στη Βουλγαρία ελληνικές περιοχές όπως το Μελένικο, το Νευροκόπι, τη Στρώμνιτσα κ.ά… Στην όλη ασφυκτική κατάσταση είχαν αντιδράσει σύλλογοι της Κων/πόλεως και των Αθηνών. Το κύριο όμως βάρος διατηρήσεως της ελληνικής συνειδήσεως και γλώσσης έπεφτε σmν Ελληνική Ορθόδοξη Κοινότητα Θεσσαλονίκης, προσφορά της οποίας δεν εκτιμήθηκε ακόμη δεόντως. Μετά από την κατάσταση αυτή αντιλαμβανόμαστε, γιατί οι υπεύθυνοι της Κοινότητας Θεσσαλονίκης δεν μπορούσαν να εμπιστευθούν την καλλιέργεια της εθνικής, συνειδήσεως στα χέρια ατόμων, τα οποία από συγκυρίες και κατ΄ ανάγκη θα είχαν οδηγηθεί στην άσκηση του διδασκαλικού λειτουργήματος. Οι διδάσκαλοι πάντοτε έχουν υψηλό προορισμό στην κοινωνία, στην περίοδο όμως εκείνη αποτελούσαν το ζωηφόρο αίμα του Έθνους. Ορθή λοιπόν και χωρίς προκατάληψη ήταν η άποψη που εξέφρασαν οι κοινοτικοί προς τον Παπάφη με κίνδυνο και να τον δυσαρεστήσουν.

Οι εκπρόσωποι της Κοινότητας παρά τις απόψεις τους ικανοποίησαν τον Παπάφη και του έδωσαν στοιχεία για την απαιτούμενη δαπάνη. Του διευκρίνισαν επιπροσθέτως ότι τη διεύθυνση ενός τέτοιου ιδρύματος προέβλεπαν να την αναθέσουν σε ειδική επιτροπή “υπό την ανωτέραν εποπτείαν της Κοινότητος απάσης εκπροσωπουμένης δια της Μητροπόλεως και των περί αυτήν συμβουλίων και εφορειών” και δήλωναν στην κατακλείδα ότι οποιαδήποτε απόφαση του Παπάφη έστω διάφορη θα την εφήρμοζαν πιστά. Στην επιστολή αυτή υπέγραφε ο Θεσσαλονίκης Καλλίνικος και οι έξι έφοροι των Εκπαιδευτηρίων και του Νοσοκομείου.

Τις πιο πάνω θέσεις της Κοινότητας τις χαρακτήρισε ο Παπάφης ως ορθές και θεώρησε τον εαυτό του υποχρεωμένο. Μετά απ’ αυτό θα περιμέναμε να προωθήσει την υπόθεση του Ορφανοτροφείου. Αντ’ αυτού όμως το Νοέμβριο του 1883 συνέταξε τη νέα του διαθήκη στην οποία συμπεριέλαβε τη διάταξη για ίδρυση γηροκομείου με το όνομα “Μελιτεύς”.

Τί όμως άλλαξε τις προθέσεις του Παπάφη; Στον τεράστιο γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας από τη Ροδόπη και το Νέστο ως την Πίνδο, Γράμμο, Πρέσπες, Αχρίδα και από το Αιγαίο, τον Όλυμπο, τα Καμβούνια ως τις περιοχές των Σκοπίων και της Ρίλας οι Έλληνες είχαν να αντιμετωπίσουν εκτός από τους χαρακτηριστικούς τουρκισμούς και τις επιβουλές των άλλων μειονοτήτων σε βάρος της εθνικής τους υποστάσεως. Αυτή η πραγματικότητα δραστηριοποίησε την Ελληνική Ορθόδοξη Κοινότητα της Θεσ/νίκης κυρίως στον τομέα της παιδείας. Επιδίωξε την εγρήγορση της εθνικής συνειδήσεως. Αυτό ανησυχούσε τους Τούρκους που φοβούνταν εξέγερση των Ελλήνων στη Μακεδονία Την ανησυχία των Τούρκων την πληροφορήθηκε ο Παπάφης από εφημερίδα της Κωνσταντινουπόλεως. Κατά τη διατύπωσή του ΄΄η Κυβέρνηση ανησυχούσα δια την ανάπτυξιν καί μεγάλην πρόοδον του ελληνικού στοιχείου της Μακεδονίας έλαβε δρακόντεια μέτρα μέ σκοπό να εμποδίση τήν πρόοδον ταύτην”. Αυτό του δημιούργησε τη βεβαιότητα ότι θα αντιδρούσαν στην ίδρυση ορφανοτροφείου στη Θεσ/νίκη. Εγκατέλειψε λοιπόν την αρχική του γνώμη και την αντικατέστησε με την ίδρυση γηροκομείου. Αν συνδυάσουμε ότι το 1882, δηλαδή στην ίδια περίοδο, ο Ιωακείμ Γ’ του μιλούσε για το γηροκομείο απομάχων κληρικών που ίδρυε στην Κων/πολη, δεν είναι απίθανο να δανείστηκε την ιδέα από εκεί.

Τους φόβους του και τη δια διαθήκης ίδρυση γηροκομείου τα γνωστοποίησε στην Κοινότητα τέσσερα σχεδόν χρόνια μετά την τελευταία περί ορφανοτροφείου επικοινωνία τους. Ταυτόχρονα ζητούσε να του γράψουν τον αριθμό των γερόντων που έχουν ανάγκη περιθάλψεως, το χρόνο που χρειαζόταν για την ανέγερση του Γηροκομείου καθώς και οτιδήποτε άλλο θα τον βοηθούσε. Η επιστολή αυτή κυριολεκτικά τάραξε τους κοινοτικούς. Μετά από αυτό εγκατέλειψαν κάθε σκέψη να του ξαναϋποδείξουν τη στήριξη Σχολείων και προσπάθησαν να διασώσουν τουλάχιστον την ίδρυση ορφανοτροφείου, που άλλωστε ήταν δική του αρχική ιδέα. Έσπευσαν λοιπόν αμέσως να τονίσουν ότι η ίδρυση ορφανοτροφείου είναι εθνική και μάλιστα επείγουσα ανάγκη. Η ξένη προπαγάνδα είτε εθνικής χροιάς είτε με το σχήμα ξένων θρησκευτικών αποστολών εκμεταλλευόταν την ορφάνια και τη φτώχεια και στόχευε στο να προσηλυτίσει τα ελληνόπουλα. Θερμότατα λοιπόν τον παρακαλούσαν να εκπληρώσει την αρχική εθνική του ιδέα. Τον βεβαίωναν ότι η επιτόπιος αρχή όχι μόνον δεν εμπόδιζε, αλλά προστάτευε και υποστήριζε παρόμοια ιδρύματα αγαθοεργίας. Του έδιδαν βέβαια και στοιχεία που είχε ζητήσει για ίδρυση γηροκομείου, αλλά επανήρχοντο σε υστερόγραφο και του υπόσχονταν πως θα παραχωρούσαν κατάλληλο οικόπεδο προκειμένου να διευκολύνουν την εκπλήρωση του σκοπού ανεγέρσεως ορφανοτροφείου.

Τον ισχυρισμό που είχαν διατυπώσει οι έφοροι πως η επιτόπιος αρχή βοηθούσε παρόμοια ιδρύματα τον ελέγχουμε τουλάχιστον ως υπερβολικό. Είναι αλήθεια ότι υπήρχε διαταγή να χορηγείται κάποιας μορφής βοήθεια προς τα φιλανθρωπικά ιδρύματα. Και είχαν τους λόγους τους. Τα νοσοκομεία εκτός από τους Έλληνες εξυπηρετούσαν και Οθωμανούς ή άλλου θρησκεύματος ή εθνικότητας άτομα. Τα γηροκομεία απήλλασσαν την τουρκική κοινωνία από το πρόβλημα των απροστατεύτων υπερηλίκων. Συνέφερε λοιπόν στην τουρκική διοίκηση να μην παρεμποδίζει τη λειτουργία τέτοιων ιδρυμάτων. Κατά το μέτρο που ο ισχυρισμός των εφόρων αφορούσε σε φιλανθρωπικά ιδρύματα αυτής της μορφής, μπορούμε να πούμε ότι δεν αφίστατο και πολύ της πραγματικότητας. Το ίδιο δεν ίσχυε όμως για την ίδρυση και λειτουργία νέων ορφανοτροφείων. Άλλωστε η περί αρωγής διαταγή ήταν παλαιά και οι συνθήκες ειδικά στο Μακεδονικό χώρο είχαν αλλάξει. Οι Τούρκοι υπολόγιζαν σοβαρότατα τη χριστιανική και ελληνική αγωγή που μπορούσε έστω και ατύπως να δίδεται στα ορφανοτροφεία. H αγωγή αυτή ενίσχυε την αυτοσυνειδησία των Ελλήνων της Μακεδονίας και βοηθούσε στην περαιτέρω ανάπτυξη του ήδη διακρινομένου ελληνικού στοιχείου. Ήταν φυσικό λοιπόν να εκτραχύνει τους Τούρκους. Άρα οι πληροφορίες του Παπάφη ήταν σωστές και οι φόβοι του δικαιολογημένοι. Αυτό αποδείχθηκε από την πρακτική που ακολουθήθηκε από τις τουρκικές επιτόπιες και κεντρικές αρχές στην ίδρυση του Παπαφείου και δικαιολογεί πλήρως το χαρακτηρισμό τουλάχιστον ως υπεραισιόδοξου και υπερβολικού του ισχυρισμού των κοινοτικών στην προς τον Παπάφη επιστολή τους.

Η επιστολή των εφόρων αποτέλεσε τον καταλύτη για την τελική απόφαση του Ι.Ν.Παπάφη. Μετά από αυτήν συνέταξε δική του που την απηύθυνε στις 10 Οκτωβρίου 1884 ΄΄προς τον αξιότιμον κύριον Πρόεδρον και τους κυρίους Αντιπροσώπους της Ελληνικής Ορθοδόξου Κοινότητος “Θεσσαλονίκης. Εξέφραζε “την εγκάρδιον ευχαρίστησίν” του για τις διαβεβαιώσεις που του παρείχαν γύρω απο τις “ευνοϊκές” συνθήκες ιδρύσεως ορφανοτροφείου, γιατί έτσι πλέον του δινόταν η ευκαιρία να υλοποιήσει ό,τι ποθούσε η καρδιά του. Εξουσιοδοτούσε τελικά τους γενικούς κληρονόμους του ό,τι είχε προορίσει για την ίδρυση γηροκομείου να το διαθέσουν για “τήν κατάρτισιν ορφανοτροφείου διαρκούς”. Η επιστολή επέχει θέση και ισχύ διαθήκης, διότι γράφηκε ιδιοχείρως και η γνησιότητα της υπογραφής, κατ’ επέκταση και της βουλήσεως, βεβαιώθηκε αυθημερόν από το συμβολαιογράφο Μάλτας Παύλο Βασάλου.

Τα περί την Ίδρυση

* Από το βιβλίο του Ιωάννη Ταγαράκη «Το φιλανθρωπικό έργο στην Ελληνορθόδοξη κοινότητα Θεσσαλονίκης (1840 – 1928)»

Στο περί της Κοινότητος κεφάλαιο είχαμε αναφερθεί στις εσωτερικές διαφωνίες, οι οποίες καθυστερούσαν την πραγμάτωση της βουλήσεως του Παπάφη. Ο από Ιωαννίνων Θεσσαλονίκης Σωφρόνιος κατόρθωσε να επιφέρει ομοφροσύνη και να προωθήσει το ζήτημα του ορφανοτροφείου, όπως άλλωστε είχε πράξει και για το Χαρίσειο. Ανακοίνωσε προς τους γενικούς κληρονόμους του Ι.Ν.Παπάφη την απόφαση της υπό την προεδρία του Αντιπροσωπείας να εκκαθαρισθεί το κληροδότημα Παπάφη. Από τότε δραστηριοποιήθηκαν οι δύο Εφορείες, Εκπαιδευτηρίων και Νοσοκομείου. Συνεδρίασαν από κοινού με μοναδικό αντικείμενο την ανέγερση του Παπαφείου και τηρούσαν πρακτικά σε ιδιαίτερο κώδικα. Μέχρι το Σεπτέμβριο του 1892, δηλ. επτά και μισό χρόνια μετά τη δημοσίευση των διαθηκών δεν είχε εκκαθαρισθεί το Παπάφειο κληροδότημα. Αλλά και μετά την εξομάλυνση των εσωτερικών αντιθέσεων έχουμε καθυστερήσεις που οφείλονταν στην προσπάθεια εξευρέσεως καταλλήλου οικοπέδου. Οι εννέα μήνες που απαιτήθηκαν για το οικόπεδο θα ήταν πολύ περισσότεροι αν ο Μητροπολίτης δεν πίεζε την κατάσταση. Έτσι μετά τον Αύγουστο του 1893 αγοράσθηκε αντί 1.698 λιρών το οικόπεδο Χαμδή – Βέη εκτάσεως 53.880 τετραγωνικών πήχεων, το οποίο βρισκόταν “έμπροσθεν της Αγγλικής σχολής.

Παράλληλα προς τις παραπάνω συσκέψεις και ενέργειες οι δύο Εφορείες μεριμνώντας για την κατασκευή του κτιρίου ζήτησαν υποδείξεις από τη Δ/νση του Ορφανοτροφείου Χατζηκώστα. ο πεπειραμένος Δ/ντής τους συνιστούσε, αφενός ο χώρος του οικοπέδου να είναι κατά το δυνατόν ευρύτερος, αφετέρου το κτήριο να έχει σχήμα “Π”, “του οποίου οι πόδες να στηρίζονται επί της μεσημβρίας”. Ο ίδιος Διευθυντής έπαιξε αργότερα ρόλο επιδιαιτητού στην επιλογή των σχεδίων ανεγέρσεως μετά από παρουσιασθείσα μεταξύ των εφόρων διαφωνία.

Η έκδοση φιρμανιού από την Κυβέρνηση για την ίδρυση ορφανοτροφείου πρέπει να είχε ζητηθεί πριν από το Σεπτέμβριο του 1894. Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι στην κοινή συνεδρίαση των δύο Εφορειών που έγινε στις 21 Σεπτεμβρίου 1894 αναφέρεται απόφαση σύμφωνα με την οποία έπρεπε να σταλούν “εις τα Πατριαρχεία αι ζητηθείσαι οκτώ οθωμανικαί λίραι”. Ήταν το τίμημα για την έκδοση του σχετικού με την ίδρυση κυβερνητικού φιρμανιού. Παράλληλα, με την καθοδήγηση του Μητροπολίτη, οι Εφορείες συνέχιζαν τις ενέργειες για το κτίσιμο του κτηρίου. Έτσι στις 5 Μαρτίου έγινε η κατακύρωση του διαγωνισμού για το πρώτο τμήμα των εργασιών που περιλάμβαναν και την τοιχοποιία του πρώτου πατώματος. Λίγες μέρες αργότερα, την Κυριακή 12 Μαρτίου 1895, έγινε από το μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Αθανάσιο η κατάθεση του θεμελίου λίθου του Ορφανοτροφείου που επονομάσθηκε “Ο Μελιτεύς” σύμφωνα με τη θέληση του ιδρυτού. Οι Θεσσαλονικείς όμως εκδηλώνοντας την ευγνωμοσύνη τους προς το πρόσωπό του το ονόμασαν και Παπάφειο. Δύο ονομασίες που εναλλάσσονται μέχρι και σήμερα στην καθημερινή χρήση.

Τουρκικές παρεμβάσεις

Δύο μήνες μετά την κατάθεση του Θεμελίου ο Τούρκος Δήμαρχος Θεσσαλονίκης σταμάτησε τις οικοδομικές εργασίες. Ο Μητροπολίτης προσέφυγε στο Γενικό Διοικητή Ζιχής Πασά και επέτυχε να συνεχιστεί το έργο ως το πρώτο πάτωμα. Μέχρι τότε ήλπιζαν να φθάσει και το αναμενόμενο αυτοκρατορικό φιρμάνι. Από τη σύσκεψη της 18ης Ιουλίου 1895 φαίνεται ότι οι εργασίες είχαν φθάσει ήδη μέχρι του πρώτου πατώματος, o δε εργολάβος από τις μέχρι τότε εργασίες είχε ζημία 4.453 γρ. Όταν όμως τελείωναν σχεδόν οι εργασίες “μέχρι του πρώτου πατώματος”, ο Γεν. Διοικητής ανήρεσε την υπόσχεσή του με τη χαρακτηριστική ε-θνική του προσχηματική πονηρία. Έστειλε τεσκερέ προς το Μητροπολίτη και του έλεγε ότι ναι μεν είχε επιτρέψει την ανοικοδόμηση ορφανοτροφείου, αλλά τώρα έπρεπε να μεριμνήσουν οι Έλληνες να το κτίσουν επί άλλου γηπέδου (Μούλκι) αντί του χρησιμοποιουμένου (Ραζί-ι-μερί). Κατόπιν τούτου ξεχωριστά ο Μητροπολίτης με επιστολή και οι Εφορείες με τηλεγράφημα παρακάλεσαν το Πατριαρχείο να παρέμβει στην Πύλη για την έκδοση του φιρμανιού. Παρ’ όλα αυτά όμως μέχρι και τον Αύγουστο του επομένου έτους 1896 δεν είχε εκδοθεί. Γι’ αυτό οι δύο Εφορείες ζήτησαν από την Αντιπροσωπεία να ορίσει και να αποστείλει διμελή επιτροπή στην Κωνσταντινούπολη, για να φροντίσει τα “περί την έκδοσιν της απαιτουμένης αδείας προς εξακολούθησιν της οικοδομήσεως του ορφανοτροφείου”. Όλη αυτή η κωλυσιεργία δικαιολογεί και τους ενδοιασμούς Παπάφη, αλλά και την άποψη που διατυπώσαμε ότι η τουρκική διοίκηση δεν είχε καλή διάθεση για την ίδρυση ελληνικών ορφανοτροφείων.

Παρεμβάσεις

Σα να μην έφθαναν αυτά, προστέθηκε και η διαφορά μεταξύ των παλαιών εφόρων και των νεοεκλεγέντων, οι οποίοι επί μήνες αρνούνταν να παραλάβουν το τμήμα του κατασκευασθέντος έργου, τα επί τόπου του έργου υλικά και όσα από τα χρήματα του κληροδοτήματος ήταν κατατεθειμένα στην Οθωμανική Τράπεζα. Ο Μητροπολίτης Αθανάσιος ως ανώτατος επόπτης της Κοινότητας, αλλά και ειδικά επιφορτισμένος από τη διαθήκη Παπάφη να εποπτεύει τα του κληροδοτήματος, ματαίως προσπάθησε να συμβιβάσει τους διαφωνούντες. Τουλάχιστο μέχρι την 28 Αυγούστου 1896, που έχουμε το τελευταίο πληροφοριακό στοιχείο από τον κώδικα των κοινών συνεδριάσεων των Εφορειών, η διαφωνία δεν είχε διευθετηθεί.

Τελικά το Παπάφειο λειτούργησε το 1903.

Προσωπικότητα

* Από το βιβλίο του Ιωάννη Ταγαράκη «Το φιλανθρωπικό έργο στην Ελληνορθόδοξη κοινότητα Θεσσαλονίκης (1840 – 1928)»

  1. Σεβασμός στο θεσμό της Εκκλησίας
    Γενικό υπεύθυνο, εποπτεύοντα τη λειτουργία του ιδρύματός του και ασφαλιστική δικλείδα για αποτροπή κάθε κακοδιαχειρίσεως όρισε το Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης, ως εκπρόσωπο της Εκκλησίας. Δέχεται τον επίσκοπο πάνω απ’ όλους. Στη διαθήκη του τον κρατά ψηλά. “Θέλω”, γράφει ίνα το άσυλον διατελή υπό την υψηλήν προστασίαν του Έλληνος Ορθοδόξου Επισκόπου Θεσ/νίκης”. Εκφράζει δε την πλήρη εμπιστοσύνη του, όταν υποβάλει παράκληση προς το Μητροπολίτη μόλις αντιληφθεί για κακή διαχείριση να το κοινοποιήσει στους Αντιπροσώπους της κοινότητας, για να προβούν στην τιμωρία και αντικατάσταση των ενόχων. Γνώριζε πολύ καλά ότι η Αντιπροσωπεία τελούσε υπό την ευθύνη και προεδρία του Μητροπολίτη, δεν ήθελε όμως να κατεβάσει τον ποιμενάρχη, εκπρόσωπο του ξεχωριστού θεσμού της Εκκλησίας, στο επίπεδο τιμωρού ενόχων. Το έργο αυτό το άφηνε στους εφόρους. Για τον Παπάφη ο επίσκοπος έπρεπε να είναι ο υψηλά ιστάμενος. Εκείνος που θα εξασφάλιζε τη σωστή λειτουργία του κληροδοτήματος με την υψηλή του προστασία.
    Οι συνεννοήσεις διεξήγοντο συνήθως με αλληλογραφία μεταξύ εφόρων και Παπάφη. Όταν σε μια επιτολή που του έστειλε η Κοινότητα υπέγραφε πλην των εφόρων και ο Μητροπολίτης, ο Παπάφης στην ολιγόγραμμη απαντητική του χαρακτήρισε πολύτιμη την “υπογραφήν του Πανιερωτάτου Δεσπότου της Θεσσαλονίκης” και τους παρακαλούσε να του προφέρουν “τάς… προσκυνήσεις’΄ του.
    Η θέση του έναντι της Ορθοδόξου Εκκλησίας εκφράζεται και στις περί γηροκομείου διατάξεις στις οποίες έλεγε ότι οι γέροντες έπρεπε να ανήκουν “εις την Ελληνικήν Ορθόδοξον Εκκλησίαν”. Και όταν με την επιτολή – διαθήκη ίδρυσε τό Ορφανοτροφείο και τότε δεν παρέλειπε να τονίσει ότι τα ορφανά άρρενα ελληνόπουλα μπορούσαν να είναι από οποιοδήποτε μέρος, με προτίμηση από τη Θεσσαλονίκη, να ανήκουν όμως ΄΄εν πάσει περιπτώσει εις την Ορθόδοξον Ελληνικήν Εκκλησίαν”.
  2. Ταπεινός
    Ο Ι.Ν.Παπάφης είχε μετατρέψει σε βίωμα την εντολή του Κυρίου. Δε γνώριζε το αριστερό χέρι ποια ευεργεσία και σε ποιον την πρόσφερε το δεξί του. Αναφερθήκαμε ήδη στις μεγάλες δωρεές που έκανε ανωνύμως στα ευεργετικά καταστήματα της Θεσσαλονίκης, στου Χατζηκώστα των Αθηνών και στης Ελ.Τζάνη του Πειραιώς. Και όταν ίδρυε “άσυλον διαρκές ονομασθησόμενον Γηροκομείον Μελίτη” και όταν αργότερα τροποποιώντας τη βούλησή του ίδρυε Ορφανοτροφείον “Μελιτεύς”, διέταζε μόνον αυτή να είναι η ονομασία χωρίς καμία προσθήκη ή διακριτικό σημείο, για να αποκλείσει έτσι την προσθήκη του ιδικού του ονόματος.
    Στις επιστολές του ενώ είναι ο χορηγός, εν τούτοις δηλώνει ότι είναι “υποχρεωμένος” για τις πληροφορίες που θα του έδιναν. Υπογράφει ως “δούλος… ταπεινότατος”, ή προφέρει “τάς προσκυνήσεις” του προς τον επίσκοπο ή στην επιστολή διαθήκη του βασικού του κληροδοτήματος, ευεργέτης αυτός και μάλιστα 92 ετών, υποσημειούται “μετά σεβασμού” και “ταπεινότατος θεράπων” .
    O Ι.Ν.Παπάφης ήθελε να αποφύγει και τη μετά θάνατον προβολή. Το είδαμε στην ονομασία του ιδρύματός του. Την ίδια επιθυμία εκφράζει και για τον τάφο του. Στην τελευταία παράγραφο της Β΄ διαθήκης του γράφει ότι επιθυμεί στο μνήμα του, στο κοιμητήριο “Braxιa”, να τεθεί απλούστατη πλάκα, επί της οποίας να δίδεται απλώς η πληροφορία ότι εκεί βρίσκεται o Ιωάννης Νικολάου Παπάφης που γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1792, ήλθε στη Μάλτα το 1810 και πέθανε…..” (θα συμπληρωνόταν ο χρόνος του θανάτου του).
  3. Εύκαιρος εις διακονία
    Εξυπηρετούσε όποιον του ζητούσε συνδρομή. Επανειλημμένως αναφέρονται περιπτώσεις στις οποίες έκανε τον διάμεσο. Γράψαμε ήδη για την περίπτωση της Σπεράντζας Βαφειάδου που τον επιφόρτιζε να κάνει εγγραφές συνδρομητών στην υπό έκδοση μετάφραση διηγήματος. Τέτοιες οχλήσεις από τρίτους είχε συχνά. Αναφέρουμε του ιατρού που παρεπιδημούσε στη Μάλτα και παρακαλούσε να τον βοηθήσει στην πώληση σωμάτων συγγράματός του. Ακόμη της Ελληνικής Ορθοδόξου Κοινότητας Θεσ/νίκης που του απέστειλε τετρακόσια λαχειοφόρα γραμμάτια και παρακαλούσε τον ογδονταοκτάχρονο (!) τότε Παπάφη να αναλάβει την πώλησή τους.
  4. Ευεργέτης προς τους αχαρίστους
    Πολύ σημαντικό είναι ότι δεν εξαρτούσε τη δική του συμπεριφορά από τους άλλους. Παρά την αχαριστία που είχε δείξει ο μεγαλύτερος γιος της οικογενείας Βαφειαδάκη, ο Παπάφης συνέχιζε να συνδράμει την οικογένεια του αποθανόντος φίλου του. Και όχι μόνον τούτο, αλλά έδινε όλο και “νέα δείγματα αγάπης και ευεργεσίας”. Μετανοημένος ο επιστολογράφος ομολογεί ότι οι αρετές του Παπάφη, ΄΄η γενικότης της φιλανθρωπίας” του, τα λεπτά του αισθήματα, ΄΄είναι η ευγενεστέρα εκδίκησις κατά της μαύρης αχαριστίας”. Ο Παπάφης γνώριζε να κερδίζει τις διαπροσωπικές σχέσεις και αντιθέσεις με τον πλούτο της αγάπης και των ευεργεσιών του.
  5. Ευθύτητα στο χαρακτήρα
    Διατύπωνε τις σκέψεις του με ειλικρίνεια και χωρίς περιστροφές. Το ίδιο ζητούσε και από τους άλλους. Κάποτε που διέβλεπε σε επιστολή φίλου του προσπάθεια συγκαλύψεως των σκέψεών του έγραψε με ευθύτητα ότι η επιστολή του ούτε λίγο ούτε πολύ χαρακτηριζόταν από ιησουϊτισμό και του υποδείκνυε να είναι πιο ειλικρινής. Εικοσιπέντε χρόνια αργότερα o ίδιος επιστολογράφος του αναγνώριζε “την ευθύτητα του χαρακτήρος…. και το μέγα σέβας” προς τη δικαιοσύνη.
  6. Επιθυμεί τη διαφάνεια και στα κληροδοτήματά του
    Ευθύς, ειλικρινής, καθαρός και έντιμος ο ίδιος επιθυμούσε διαφανής να είναι και η διαχείριση των κληροδοτημάτων του. Υποχρέωσε την Κυβέρνηση της Μάλτας να δημοσιεύει κάθε χρόνο “τήν κατάσταση τού κεφαλαίου Παπάφη δεικνύουσα τά έσοδα καί τά έξοδα….”, Πλαίσια κινήσεως έθεσε και στους υπευθύνους του ιδρύματός του στη Θεσσαλονίκη, στους οποίους επιβάλλει κατά το πρότυπο της Μάλτας να δημοσιεύουν κάθε χρόνο σε εφημερίδα της Θεσσαλονίκης έκθεση αποδεκτή απ’ όλους τους Αντιπροσώπους με το ενεργητικό του κεφαλαίου και τις χρήσεις του.
  7. Ηθικά αυστηρός
    Ήταν αυστηρών ηθικών αρχών. Ήθελε τον άνθρωπο πνευματικά αγωνιζόμενο και κύριο των παθών του. Είναι χαρακτηριστική η θέση του έναντι των μη νομίμως γεγενημένων. Πριν από κάθε κληροδότημα προς πέντε συγγενικά του πρόσωπα επαναλαμβάνει ισάριθμες φορές: “… είς τούς νομίμους καί φυσικούς υιούς…”. Αποκλήρωσε δε “της περιουσίας καί παντός κληροδοτήματος ή πλεονεκτήματος οιονδήποτε υιόν των ανεψιών” του “μη γεγενημένων εκ νομίμου γάμου” και μάλιστα έστω και αν εκ των υστέρων ήθελε νομιμοποιηθεί με γάμο. Διασώζεται επιστολή συγγενικού προσώπου που πάσχιζε να τον πείσει ότι ο πατέρας του τέλεσε γάμο στην Ορθόδοξη Εκκλησία από Ορθόδοξο ιερέα και συνεπώς και ο πατέρας του είχε σχέση με την Ορθόδοξη πίστη και ο ίδιος ήταν νόμιμος.
  8. Οργανωτικός
    Μέσα από τα κείμενα των διαθηκών του παρουσιάζεται ως πρόσωπο με ιδιαίτερα προσόντα επιτελικού νου. Συνθέτει πχ. την επιτροπή του κληροδοτήματος υπέρ των νήσων Μάλτας-GOΖO από τον Κυβερνήτη, τον Ορθόδοξο Επίσκοπο ή εκπροσώπους τους, από δύο μέλη του Εμπορικού Επιμελητηρίου και από εκπροσώπους της προξενικής Αρχής. Όλα αυτά είναι πρόσωπα που κατά τεκμήριο παρέχουν εχέγγυα τιμιότητας. Προκειμένου όμως να αποτρέψει βραδύτητα, κωλυσιεργίες ή τελμάτωση, θέτει ανώτατο περιθώριο για διορισμό εκπροσώπων ένα μήνα. Μετά την υπέρβαση του χρονικού αυτού ορίου το ελλείπον μέλος όριζε να εκλέγεται από τους έξι δικαστές “της Α. Μεγαλειότητος”. Προέβλεπε και την περίπτωση ισοψηφίας. Τότε η εκλογή θα γινόταν από τρεις δικαστές μεταξύ των οποίων όμως απαραιτήτως θα ήταν και ο Πρόεδρος των Εφετών. Τη μείωση δηλαδή του αριθμού των εκλεκτόρων την αναπλήρωνε με τη βαρύτητα του αξιώματος του Προέδρου των Εφετών.Πολύ σημαντικός ήταν καί ο τρόπος ανανεώσεως της διοικητικής επιτροπής του κληροδοτήματος. Η θητεία ήταν τριετής. Ρύθμιζε όμως να αποχωρούν κάθε τριετία δύο μόνο μέλη οριζόμενα δια της ψήφου όλων των μελών. Τα δύο αυτά μέλη θα τα αντικαταστούσαν ισάριθμοι νέοι εκπρόσωποι των θεσμών, από τους οποίους προήρχοντο. Με τον τρόπο αυτό απέτρεπε πιθανή κόπωση αυτών που μετείχαν στη διοίκηση και άρα τη δυσλειτουργία της επιτροπής. Επιτύγχανε ανανέωση ιδεών μ’ αυτή την ανανέωση των μελών και ταυτόχρονα διατηρούσε στην πράξη τη συνέχεια της επιτροπής. Τη σοφή αυτή διάταξη, την οποίαν εφήρμοζε και η Ελληνική Ορθόδοξη Κοινότητα Θεσ/νίκης, σπανίως την συναντούμε σε σύγχρονα διοικητικά σχήματα.Στο ίδιο κληροδότημα οργάνωσε με τέτοιο τρόπο την καταβολή των χρημάτων στους ξενιτευόμενους νέους, ώστε ούτε να μένουν χωρίς οικονομικά μέσα ούτε όμως να έχουν την οποιαδήποτε δυνατότητα να σπαταλήσουν τα χρήματα σε αλλότριους σκοπούς. Το ίδιο οργανωτικό πνεύμα φανερώνει και όταν πριν από κάθε ουσιαστική ενέργειά του συλλέγει πληροφορίες, τις αξιολογεί και μετά αποφασίζει.

    Η μεθοδικότητά του φαίνεται και στο βιβλίο Omnιa C, το οποίο τηρούσε ο ίδιος και με χρεοπιστώσεις παρακολουθούσε την κίνηση χρεογράφων και μετοχών. Ο επιτελικός νους όμως φαίνεται και προς το τέλος της ζωής του με την οργάνωση ειδικού φακέλου επιγραφομένου “οδηγός τών εκτελεστών”. Σ’ αυτόν είχε τοποθετήσει έγγραφα αναγκαιότατα για τη διαχείριση της περιουσίας του και ένα μικρό βιβλίο, όπου με ιδιόγραφες σημειώσεις έδιδε εξηγήσεις και κατευθύνσεις, ώστε οι εκτελεστές της βουλήσεώς του να μη δυσκολευ-τούν στο έργο τους.

  9. Διορατικός και με ευρύτητα πνεύματος
    Κύριο στοιχείο της οργανωτικότητας είναι η πρόβλεψη. Ο Παπάφης διατάσσει το κάθε τι με προοπτική μέλλοντος. Στην Α΄ διαθήκη του παρήγγειλε η εκτέλεση των τελευταίων βουλήσεών του να αποπερατωθεί σε διάστημα δύο ετών από τη μέρα του θανάτου του. Αν έμενε σε ισχύ η διάταξη αυτή η Θεσσαλονίκη ουδέποτε θα αποκτούσε τα κληροδοτήματα Παπάφη. Ευτυχώς όμως η διορατικότητά του τροποποίησε τη διάταξη αυτή και άφησε ελευθέρους τους εκτελεστές της διαθήκης του “‘έν τοις συνδυασμοίς αυτών καί τάς περιστάσεις”.Ενώ η οργάνωση εξορισμού δηλώνει και περιορισμό, ο οργανωτικός Παπάφης προικισμένος με ευρύτητα πνεύματος έδινε τη δυνατότητα στην επιτροπή του κληροδοτήματος Μελίτης – GOΖO να τροποποιήσει τη λειτουργία του, εάν μετά από δέκα χρόνια θα έκρινε ότι άλλη χρήση θα εξυπηρετούσε καλύτερα τους κατοίκους των νησιών αυτών.Και ναι μεν στο κληροδότημα υπέρ της Μελίτης δίνει τη δυνατότητα αλλαγής στη λειτουργία του, στο “Μελιτέα” όμως προσδιορίζει κατηγορηματικά το σκοπό και αποκλείει τροποποίησή του. Επιθυμεί, γράφει, την ίδρυση “Ορφανοτροφείου διαρκούς”. Αυτό πρέπει να το λαμβάνουν σοβαρότατα υπόψη τους όσοι κατά καιρούς με ελεγχόμενες ηθικά μεθοδεύσεις προσπαθούν να αλλοιώσουν την κύρια μορφή του “Μελιτέα” ως ορφανοτροφείου.
  10. Απόμακρος αλλά με συμμετοχή στα κοινά
    Οι επιστολές που απευθύνονται προς τον Ι.Ν.Παπάφη διαχέονται από τη σκέψη μήπως τον ενοχλούν και του ταράζουν τη γαλήνη. Για όλους είναι ο φιλάνθρωπος, ο φιλόστοργος, ο συνετός, ο τυπικός, αλλά και φιλόφρων. Θεωρούν όλοι ότι βρίσκεται ψηλά, σε διάφορη σφαίρα απ’ αυτούς, πέρα από τις μικρότητες της καθημερινότητας. Οι νέοι σε ηλικία συγγενείς δεν τον γνώριζαν. Οι διηγήσεις όμως των μεγαλυτέρων δημιούργησαν έναν Παπάφη θρύλο για τις αρετές, τη φυσιογνωμία, το χαρακτήρα, τον τρόπο ζωής. Με τον τρόπο αυτόν απέκτησαν τόσο “ζωηρό” προς τον Ι.Ν.Παπάφη “αίσθημα”, ώστε ζούσαν σα να είχαν γνωρίσει και τον ίδιο “καί τάς αρετάς” του.Ενώ όμως ο Παπάφης επιζητεί ησυχία, ηρεμία, γαλήνη και δίδει την εντύπωση προσώπου απομονωμένου, εν τούτοις δεν είναι αποξενωμένος από τα κοινά. Παρακολουθεί καθημερινά τον Τύπο, ζητά πληροφορίες, του γράφουν για την πολιτική κατάσταση. Μετέχει και δραστηριοποιείται στην αντιμετώπιση προβλημάτων της κοινότητας.Στη συνέχεια θα αναφερθούμε σε δύο χαρακτηριστικά γεγονότα που αποτυπώνουν το ενδιαφέρον αυτής της μορφής. Το 1836 έγιναν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ της ειδικής επιτροπής που εκπροσωπούσε την αγγλική Κυβέρνηση και των κατοίκων της Μάλτας για τη μορφή ελευθερίας τους. Η παρουσία και οι απόψεις του Παπάφη ήταν τόσο καταλυτικές, ώστε όλοι να ομολογούν ότι ουσιαστικά προνόμια οφείλονταν αποκλειστικά στην παρέμβασή του. Και ένα άλλο. Στις αρχές της δεκαετίας του 1850 οι “αντανεξιθρησκευτικές προλήψεις” δημιούργησαν δυσκολίες στους Ορθοδόξους της Μάλτας γύρω από τις επικήδειες τελετές. Ο Παπάφης έκανε δύο κινήσεις. Συνάντησε τον ανένδοτο Άγγλο Διοικητή και παράλληλα έστειλε προς τον Τρικούπη, τον Έλληνα Πρέσβη στο Λονδίνο, στοιχεία, για να τα χρησιμοποιήσει στις παραστάσεις του ενώπιον της αγγλικής Κυβερνήσεως. Ο φίλος του Παπάφη στο Λονδίνο Πετροκόκκινος του διαβίβασε τις ευχαριστίες του Τρικούπη, για τους κόπους στους οποίους υποβλήθηκε και ταυτοχρόνως του εξέφρασε τον θαυμασμό του για την ικανότητα και δραστηριότητα που επέδειξε ο Παπάφης στην όλη υπόθεση. O Πετροκόκκινος όμως ήταν απαισιόδοξος για την έκβαση της υποθέσεως, γιατί, όπως έγραφε, στους Άγγλους πολιτικούς δεν κυριαρχεί το δίκαιον, αλλά το συμφέρον. Πραγματικά επειδή ο Διοικητής της Μάλτας ισχυριζόταν πως “Θα διακινδυνεύση η ησυχία του τόπου, αν δοθή ή αιτηθείσα άδεια”, η Κυβέρνηση απέρριψε το αίτημα των Ορθοδόξων της Μάλτας. Όμως ο Πρέσβης παρά τη δυσμενή έκβαση του ζητήματος αισθάνθηκε υποχρέωση να ευχαριστήσει δια του Έλληνος Προξένου στη Μάλτα τους επιτρόπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας και ονομαστικά τον Ι.Ν.Παπάφη, για “τόν αξιέπαινον καί θεάρεαστον ζήλον.. δια τάς υπέρ τού ζητήματος θερμάς προσπαθείας”.
  11. Φιλόπατρις
    Ο Παπάφης είχε εκδηλώσει αναμφιλέκτως τη φιλοπατρία με το πλήθος των δωρεών, πρώτη από τις οποίες ήταν η προσφορά δια του Καποδίστρια των τεσσάρων χιλιάδων ισπανικών διστήλων. Ακολούθησε το πλήθος των κληροδοτημάτων του με τελευταίο, εκείνο με το οποίο κατέστησε γενικό κληρονόμο την ελληνική Ορθόδοξη Κοινότητα Θεσσαλονίκης. Ευγνώμων βεβαίως στάθηκε και προς τη θετή πατρίδα, όπου έζησε τα 76 από τα 94 του χρόνια και την οποίαν ευεργέτησε ποικιλοτρόπως.Οι εκπρόσωποι της Ελληνικής Ορθοδόξου Κοινότητας Θεσσαλονίκης, οι σύγχρονοί του Μητροπολίτες Ιωακείμ και Καλλίνικος, οι έφοροι των Εκπαιδευτηρίων και του Νοσοκομείου και οι Αντιπρόσωποι δεν παρέλειπαν στη γραπτή επικοινωνία μαζί του να του αναγνωρίζουν τη φιλοπατρία ως ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του προσώπου του.Η αγάπη και η προσφορά στην πατρίδα φαίνεται και από ένα άλλο γεγονός. Αναφέρεται ότι κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επαναστάσεως o ναύαρχος του Αγγλικού στόλου παρέλαβε μαζί του τον Παπάφη εκτιμώντας τις γνώσεις του και ότι ο τελευταίος σύντομα επανήλθε στη Μάλτα. H αναφορά αυτή παρουσιάζει τον Παπάφη σχεδόν ως ένα απλό επισκέπτη και θεατή όσων συνέβησαν στο Ναβαρίνο. Έχουμε όμως επισημάνει αξιόλογη πληροφορία σε μια επιτολή, με την οποίαν ο επιστολέας παρακαλεί τον Παπάφη να τον δεχθεί, για να πάρει “πληροφορίας τινάς περί της μάχης τού Ναβαρίνου”. Το 1827, μετά την Ιουλιανή σύμβαση του Λονδίνου, οι τρεις δυνάμεις Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, που αυτοαποκλήθηκαν “προστάτριες”, έστειλαν στην Ελλάδα τρεις ναυτικές μοίρες. Σκοπός τους να επιβάλουν τη διακοπή των εχθροπραξιών μεταξύ Ελλήνων και Ιμπραήμ. O Άγγλος αντιναύαρχος Έντουαρτ Κόδριγκτον πλέοντας προς την Ελλάδα πήρε από τη Μάλτα μαζί του τον Ι.Ν.Παπάφη που έχαιρε μεγάλης εκτιμήσεως. Είναι προφανές ότι του ανέθεσε την ευθύνη της τροφοδοσίας της ναυτικής του δυνάμεως, γιατί τότε ο Παπάφης ήταν ακόμη βασιλικός δημόσιος μεσίτης. Στη συνεργασία αυτή συνέτειναν η εκτίμηση και εμπιστοσύνη του ναυάρχου στην υπεύθυνη προσωπικότητα του Παπάφη, αλλά και η αγάπη του τελευταίου για την πατρίδα του. Εξαιτίας αυτού τον ταξιδιού βρέθηκε στη ναυμαχία του Ναβαρίνου. Και οπωσδήποτε δεν υπήρξε απλός θεατής. Ο επιστολογράφος, ο οποίος ήταν γιατρός και ιστορικός, γράφει ότι για την ιδιαίτερη δράση του τον ενημέρωσαν ο ίδιος ο ανεψιός του Παπάφη Δ. Εμμανουήλ, δικαστής, και ο αυτόπτης μάρτυρας, ο συναγωνιστής του Παπάφη στο Ναβαρίνο Παπαρρηγόπουλος. Το ότι δεν του αρκούσαν οι πληροφορίες του τελευταίου, που μετείχε άλλωστε στη ναυμαχία, σημαίνει ότι ο επιστολέας, μετά από όσα άκουσε για τον Παπάφη από τον Παπαρρηγόπουλο, περίμενε κάποιες άλλες πληροφορίες. Εμπειρίες του Παπάφη προσωπικές και ιδιαίτερες.

    Αλλά την ακραιφνή ελληνική του συνείδηση εξεδήλωσε και στην ηλικία των 74 ετών. Ενώ ήταν κάτοικος της Μάλτας, ζήτησε να του χορηγηθεί η ελληνική ιθαγένεια και να του εκδοθεί από το Ελληνικό Προξενείο στη Μάλτα διαβατήριο. Ως γεννηθείς στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη είχε την τουρκική, και ως κάτοικος της Μελίτης απέκτησε την αγγλική ιθαγένεια. Η υπηκοότητα μιας μεγάλης δυνάμεως, όπως ήταν n Αγγλία, τον εξυπηρετούσε πλήρως στις μετακινήσεις του προς Αγγλία, Γαλλία, Ελβετία. Ο πόθος του όμως ήταν να αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια. Δυστυχώς έμεινε ανεκπλήρωτος. Ο υπουργός επί των εσωτερικών Χαρίλαος Τρικούπης απάντησε ότι το κώλυμα ήταν τυπικό, διότι “κατά τάς διατάξεις του Αστικού Νόμου” έπρεπε προηγουμένως να “μεταβή είς τήν Ελλάδα καί διαμείνη δύο έτη”.

    Παρά την πικρία που δοκίμασε ποθούσε την πατρίδα του. Όσο πλησίαζε το τέλος της ζωής του τόσο ζούσε το σύνδρομο στερήσεως της γης της γεννήσεώς του, όπως ο ίδιος με ιδιαίτερο νόημα χαρακτήριζε τη Θεσσαλονίκη. Την αγάπη και νοσταλγία που ένιωθε ζωντανεύει και νοηματοδοτεί μέσα σε λίγες λέξεις ο Έλληνας Πρόξενος στη Μάλτα Αίας Ν.Καραβίας σε επιστολή του προς το Γενικό Πρόξενο της Ελλάδος στη Θεσσαλονίκη Λογοθέτη: “… παράδοξον τη αλήθεια, του έγραφε περί του Παπάφη, ενώ βαίνει… καμπυλώνων, έχει νουν ακμαίον καί αρέσκεται νά μανθάνη τά κατά τήν γενέτειραν αυτού Θεσσαλονίκην”.

Κέντρο Παιδικής Μέριμνας Αρρένων Θεσσαλονίκης
“ Ο Μ Ε Λ Ι Τ Ε Υ Σ ”